Γιατί απλούστατα ένα γαρύφαλλο στα χέρια, σε χρόνια σκληρά και ωμά, πάνω στο στασίδι που δικάζεται η ζωή σου και όχι εσύ, και όταν η απόφαση είναι το τέλος της, αυτό το γαρύφαλλο γίνεται εσύ ο ίδιος για όσα χρόνια και να περάσουν για να μυρίζει στα ρουθούνια των νεότερων. Έχουμε πάψει να μυρίζουμε το γαρύφαλλο σας, κύριε Μπελογιάννη. Και το'χουμε ανάγκη. Τρίψτε τα πέταλα του από'κει πάνω που βρίσκεστε.
Έχω απάνω στο τραπέζι μου
τη φωτογραφία του ανθρώπου
με το άσπρο γαρούφαλο
που τον ντουφέκισαν
στο μισοσκόταδο
πριν απ'την αυγή,
κάτω απ'το φως των προβολέων
Στο δεξί του χέρι κρατάει ένα γαρούφαλο
που ναι σα μια φούχτα φως
απ'την ελληνική θάλασσα.
Τα μάτια του τα τολμηρά
τα παιδικά
κοιτάζουν άδολα
κάτω απ'τα βαριά μαύρα τους φρύδια
Έτσι άδολα-
όπως ανεβαίνει το τραγούδι
σα δίνουν τον όρκο τους
οι κομμουνιστές.
Το δόντια του είναι κάτασπρα-
ο Μπελογιάννης γελά.
Και το γαρούφαλο στα χέρι του
είναι σαν το λόγο πού πε στους ανθρώπους
τη μέρα της λεβεντιάς-
τη μέρα της ντροπής.
Αυτή η φωτογραφία
βγήκε στο δικαστήριο
ύστερ' απ' την καταδίκη σε θάνατο.
Ναζίμ Χικμέτ
