Όταν έρθει η στιγμή, θα μεταναστεύσω, διότι:
Δεν επιθυμώ να συμμετάσχω στην πληρωμή των συντάξεων των σημερινών 50άρηδων και 60άρηδων. Πρόκειται για τη γενιά που σιώπησε για επτά χρόνια – ναι, διότι εξαιρετικά μικρό ποσοστό αυτής εξεγέρθηκε – και αργότερα διέφθειρε κάθε πτυχή της δημόσιας ζωής στη χώρα. Πρόκειται για τη γενιά που κανιβάλισε εις βάρος των παιδιών της, συνδικαλίστηκε με τρόπο προσβλητικό για την έννοια του συνδικαλισμού, ξεπούλησε την ψήφο της για μια θέση στο σαθρό και οκνηρό δημόσιο, πάτησε στο πτώμα άλλων παιδιών της για να βολέψει τα δικά της, μετέφερε όλα τα συμπλέγματά της στους απογόνους της και με γεμάτο στομάχι κάθεται τώρα στον καναπέ και κριτικάρει.
Δεν επιθυμώ να διοικούμαι πολιτικά και οικονομικά από τη γενιά εκείνων που συνεχίζουν να στηρίζουν τα δύο κόμματα που χρεοκόπησαν με απόλυτα οικονομικούς όρους τη χώρα. Η αυτόματη κατ’εμέ καταδίκη και αυτοδιαγραφή όλων των πολιτών από Ν.Δ. και ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν έγινε και ούτε θα γίνει για λόγους πολιτικής σταθερότητας, όπως μας λένε. Η στήριξη στα πολιτικά κόμματα, που έδιωξαν και θα διώξουν χιλιάδες νέους Έλληνες από τον τόπο τους και αποκλειστικό μέλημα τους είναι η διατήρηση των όποιων κεκτημένων για τη γενιά τους και μόνο, αντανακλά στα μάτια μου ως εθνική προδοσία.
Δεν επιθυμώ να γίνω θεατής στον εξευτελισμό μιας γενιάς που πριν ακόμα προλάβει να κατασταλάξει στα όνειρα της, της τα διαγράφουν βιαίως. Μισθοί πείνας, εργασιακή υποτέλεια και στο βάθος σκοτάδι. Δε θέλω ούτε να γίνω ούτε να συναναστρέφομαι με σύγχρονους σκλάβους που θα γλείφουν ποδιές 50άρηδων για μια θέση εργασίας που θα τους σώσει παροδικά από την κατάθλιψη. Αρνούμαι να παρακολουθήσω το τσεκούρεμα δικαιωμάτων των νέων, ολοένα και περισσότερων, και την ταυτόχρονη αιματηρή μάχη για διατήρηση των συντάξεων της γενιάς τους. Δεν τρέφω καμία ανοχή πλέον για μια γενιά υποκρισίας και βαθέος συντηρητισμού πασπαλισμένου με αριστερές κραυγές.
Δεν επιθυμώ να είμαι πολίτης μια κοινωνίας μιζέριας και δυστυχίας. Δεν πείθομαι από προσπάθειες αναγέννησης της χώρας από τους ίδιους που τη θανάτωσαν. Οι ιδέες και τα μοντέλα τους δοκιμάστηκαν και απέτυχαν παταγωδώς. Αρνούμαι να βοηθήσω εκείνους που με έκαναν να ντρέπομαι για τον τόπο μου.