Κυριακή, Δεκέμβριος 27, 2009

Σφήνα νότα Νο3



Πριν από λίγες βδομάδες γκρίνιαζα για τα μουσικά δρώμενα στη χώρα. Πόσο με έχει απογοητεύσει η ελληνική μουσική σκηνή και οι εγχώριες δισκογραφικές, για να μην το περιορίσω στους καλλιτέχνες, καθώς σίγουρα υπάρχουν προσωπικότητες, φωνές και όργανα κάπου εκεί στα υπόγεια, στα ισόγεια, στους ορόφους. Εδώ και μερικές βδομάδες μπαινόβγαινα στο site του Guardian για να δω τα άλμπουμ που ψήφισαν οι κριτικοί της εφημερίδας ως τα καλύτερα της χρονιάς. Η αποκάλυψη των δίσκων έγινε με τη μέθοδο του στριπτίζ από το 10 ως το 1. Τραγούδια λοιπόν από τη δεκάδα των άλμπουμ έτυχε να ακούσω στο ραδιόφωνο ή αλλού, λίγα άλμπουμ ολόκληρα και κάποια από αυτά καθόλου.


Προφανώς το να μπω στη διαδικασία να συγκρίνω τη βρετανική σκηνή με την ελληνική είναι μάταιο, καθώς μιλάμε για άλλα μεγέθη, άλλα στυλ, άλλη μουσική, άλλο ακροατήριο. Θα σταθώ όμως σε ένα μόνο άλμπουμ. Στο Νο1 της λίστας του Guardian ήταν το «The xx» του πρωτοεμφανιζόμενου συγκροτήματος «xx». Οι xx μας έρχονται από το δυτικό Λονδίνο όπου σχηματίστηκαν το 2005. Το όνομα του γκρουπ δηλώνει τη μέση ηλικία των – τεσσάρων αρχικά, τριών πλέον – μελών του, μόλις 20 παρακαλώ. Γνωρίστηκαν στο κολέγιο και ηχογράφησαν το πρώτο τους άλμπουμ τον περασμένο Αύγουστο. Οι ηχογραφήσεις έγιναν συνήθως νυχτερινές ώρες σε ένα μικρό γκαράζ των στούντιο XL. Καμία απορία επομένως για τα σχεδόν ψιθυριστά κομμάτια του άλμπουμ.


Σύμφωνα με τον Guardian, οι αρχικές συζητήσεις για τις επιρροές των νεαρών Λονδρέζων σύντομα σταμάτησαν όταν έγινε κατανοητό, ότι οι xx έχουν ένα πολύ δικό τους υπόγειο ύφος διαχωρίζοντας το ομώνυμο άλμπουμ από τα υπόλοιπα του 2009. Ακούγοντας ο ίδιος το xx, συμφώνησα απόλυτα με τον αρθρογράφο: το xx μοιάζει να’χει γραφτεί τα βράδια στους δρόμους του πολύβοου Λονδίνου, με ήχους της πόλης να κατακλύζουν τα 11 τραγούδια ή ακόμα καλύτερα με ήχους που φαντάζεσαι ότι θα υπήρχαν εκεί που δεν υπάρχουν! Μεταξύ μας βέβαια, δεν έχω καταλήξει πόσο υγιές ή σώφρον είναι να εκστασιάζεται ένας ανθρώπινος νους με τους ήχους και τις εικόνες μιας αχανούς και συχνά απρόσωπης μεγαλούπολης, αν αναλογιστούμε πόσο ξένο είναι αυτό το περιβάλλον σε ένα ζώο που ξεκίνησε και ανήκει στη φύση· άλλη συζήτηση. «Αυτό που είναι ίσως το πιο εντυπωσιακό με αυτό το δίσκο είναι, ότι ένα γκρουπ τόσο νέο, που αφέθηκε ελεύθερο σε ένα στούντιο να ανακαλύψει τα μουσικά του όρια, έδειξε τέτοια εγκράτεια. Αντί να βομβαρδίσει τον ακροατή, το xx ήταν ένα ηχητικό πεδίο στο οποίο κάθε νότα είχε τη σημασία της, κάθε παύση σήμαινε κάτι και κάθε σχεδόν ψίθυρος είχε τέτοιο συναισθηματικό αντίκρυσμα ικανό να γκρεμίσει ουρανοξύστες», τονίζει ο Guardian και προσυπογράφω.


Τί άλλο να πω; Τα «αγγλάκια» βρήκαν στη γωνιά ενός μικρού γκαράζ ένα σκονισμένο πικ-απ και έριξαν μέσα ήχους από Portishead, Radiohead, Isaac και London tube (!) και έβγαλαν σαν κουνέλι από το καπέλο του μάγου το πλέον ταξιδιάρικο και ατμοσφαιρικό άλμπουμ που έχω ακούσει τα τελευταία χρόνια. Ένα άλμπουμ που χρειάστηκε μόλις μια φορά ν’ακούσω για να με πείσει, κάτι πολύ σπάνιο. Όταν άλλοι ψάχνουν να βρουν το ένα και μοναδικό x factor σε πλαστικοποιημένες ρέπλικες «επιτυχημένων» τραγουδιστών, κάποιοι 20χρονοι το έχουν εις διπλούν – λέγε με xx.


Wish the best for you
Wish the best for me
Wished for infinity
If that ain't me

Give it up
I can't give it up

I can't give it up
To someone elses touch
Because I care too much

Give it up
I can't give it up


Πέμπτη, Δεκέμβριος 24, 2009

Ο εστέρας της Βηθλεέμ



Τα μαθήματα βιοχημείας συνεχίζονται και με αφορμή τη σαπωνοποίηση των λιπιδίων (στην οποία στηρίζεται η βιομηχανική παραγωγή σαπουνιών) εκτυλίσσεται στην αίθουσα ο παρακάτω διάλογος:

- Υποφαινόμενος: Σήμερα παίδες θα μάθουμε να κάνουμε σαπούνια! Η εισαγωγή αυτή έγινε με σκοπό να τους ιντριγκάρω, μιας και ομολογουμένως η βιοχημεία δεν είναι το πιο ευχάριστο μάθημα, είτε γίνεται σε ΙΕΚ είτε σε ΑΕΙ.

- Γιάννης: Εβραίους δηλαδή!

- Υποφαινόμενος: Ας μην μπούμε καλύτερα σε αυτή τη συζήτηση.

- Γιάννης: Εντάξει, πλάκα κάνω, αλλά δεν τους χωνεύω.

- Ελένη (σαν την πορδή που λέμε): Εγώ σαπούνια ξέρω να φτιάχνω κύριε, αρωματικά δεν ξέρω πώς τα κάνουν.

- Χάρης: Βάζουν κολώνια στους Εβραίους.

Η τάξη ξεκαρδίζεται και ομολογώ ότι δεν κρατήθηκα ούτε γω παρά το άκρως ρατσιστικό αστείο.

Τη δεύτερη ώρα του μαθήματος την ίδια μέρα αναφερθήκαμε στους εστέρες, για τους οποίους είχαμε ήδη κάνει μια αναφορά σε προηγούμενο κεφάλαιο. Με περίσσεια τόλμης, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, ρωτάω τη Μαρία στο πρώτο θρανίο:

- Υποφαινόμενος: Μαρία, για πες μου ποιος είναι ο εστέρας.

- Μαρία: Ποιος, ο πολικός;

- Υποφαινόμενος: Όχι, αυτός είναι αστέρας.

- Μαρία: Α.

- Διπλανή της: Εστέρας μαρή, ποιος αστέρας!

Η τάξη ξεκαρδίζεται και πάλι – εγώ συγκρατήθηκα αυτή τη φορά, για να μη φανεί ότι την κοροϊδεύω. Αστεράκια σαν κι αυτά ακούω σχεδόν σε κάθε μάθημα και δεν ξέρω αν πρέπει να κλαίω ή να γελάω. Προς το παρόν τα απολαμβάνω. Με εξαίρεση το «αμινοξέο» που συνάντησα σε ένα γραπτό ως τον ενικό του «αμινοξέα». Τζίζας. Και μιας και λέμε για Τζίζας και αστέρες, τις ευχές μου σε όλους σας.

Καλά Χριστούγεννα.


Δευτέρα, Δεκέμβριος 21, 2009

Απομαζώξατε* μπρε σεις;


Εδώ στην Κρήτη, ξέρετε, έχουμε ένα πολύ κουραστικό Χριστουγεννιάτικο έθιμο, το μάζεμα των ελιών – η λέξη συλλογή μου φάνηκε πολύ λόγια για να την προτιμήσω και αδικεί τη βαθιά λαϊκότητα της διαδικασίας. Το προηγούμενο σ/κ είχα υποσχεθεί στους δικούς μου ότι θα συνέβαλα και γω στη συγκομιδή, αλλά ο πυρετός με εμπόδισε να εκπληρώσω την υπόσχεση μου. Όχι, δεν το έκανα επίτηδες! Ο πυρετός έφυγε, το πλήρωμα του χρόνου ήρθε και χθες το πρωί βρέθηκα μετά της αγροτικής μου ενδυμασίας στο λιόφυτο**. Αναχώρηση στις 7 από Ηράκλειο – άφιξη στο χωριό στις 7.30 – έναρξη εργασιών στις 8. Καθ’οδόν σκεφτόμουν: «λες να’ναι κρασομέρα*** σήμερα; Αλλά με συμφέρει να πίνω και να τρώω όλη μέρα; Ε ναι! Μμ... Μπα. Δεν έχει νόημα, μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη... Ας μη βρέξει για να ξεμπερδεύουμε». Όπως καταλαβαίνετε, ανυπομονούσα να πέσω στη μάχη με το δάκο. Ποιος θα «φάει» τις περισσότερες.


Η αγροτική ενδυμασία κάθε ελαιοσυλλέκτη που σέβεται τον εαυτό του περιλαμβάνει μιλιτέρ παντελόνι και φούτερ (ό,τι μας έχει μείνει από το πέρασμα μας από τα ελληνικά στρατά δηλαδή), γαλότσες (περιορίστηκα σε ένα παλιό ζευγάρι αθλητικών λόγω καλοκαιρίας και απουσίας λάσπης) και γάντια πολλαπλής αιτιολόγησης: σκληρά πανιά συλλογής, στήριξη ηλεκτρικής βέργας κρούσης με τον ελαιόκαρπο, αλληλεπίδραση με μεγάλα, βιαστικά σκαθάρια, σήκωμα τσουβαλιών κ.ά. Παρ’όλα αυτά, τα γάντια εμποδίζουν το ξύσιμο του ματιού, το δέσιμο των τσουβαλιών με σπάγγο (πού να περάσεις τον σπάγγο μέσα από κόμπο), την ταχεία κατανάλωση σφολιατοειδών, την ανάμιξη των συστατικών του φραπέ, το χαιρετισμό με τους γείτονες ελαιοσυλλέκτες που έχεις να δεις 10 χρόνια και τέλος τον καθαρισμό βρασμένων αυγών – φρεσκότατα, από μια θεια. Edit: φρεσκότατα, από την κότα μας θειας.


Βεντέμα****. Μια λατινική λέξη που παραπέμπει στην Ενετική περιόδο του ρομαντισμού και της άρπας, αλλά στην πραγματικότητα (μου) προξενεί τρόμο. Διότι οι φορτωμένες ελιές συνεπάγονται περισσότερη ώρα σε κάθε μουρέλο***** και στην τελική περισσότερες μέρες εργασίας και κόπωση. Θα μου πείτε η βεντέμα είναι καλή, γιατί θα δώσει περισσότερο λάδι! Θα μου το πείτε όντως; Ελάτε να βοηθήσετε και το συζητάμε! Η φετινή λοιπόν χρονιά ήταν «καλή» για το χωριό και τα οικογενειακά ελαιόδεντρα. Πολλή ελιά, αναγνώστη μου. Ειδικά το Σάββατο μιλάμε για πολλή ελιά. Ραβδίζεις το ένα κλαδί και ξεπετιέται από πίσω άλλο φορτωμένο! Παντού ελιά! Κάντε χώρο και για κανα φύλλο ρε παιδιά!


Η λήξη της εργασίας το Σάββατο γύρω στις 15.30 έφερε φυσικά – μα φυσικά! – ικανοποίηση σε όλους: αποδοτική μέρα, δεν έβρεξε, όλοι αρτιμελείς. Αποφάσισα με τον αδερφό μου να γυρίσω Ηράκλειο και να επανέλθω την επομένη, μιας και μας χωρίζει μόλις ένα μισάωρο από το χωριό. Οι μύες του άνω μέλους όμως διαφώνησαν με το σκεπτικό μου. Δεν μπορώ να εξηγήσω αλλιώς το γεγονός ότι με το που κατέβηκα από το αυτοκίνητο ήταν ολόπιαστοι! Τα χέρια μου εξαιτίας του χειρισμού της βέργας ολημερίς έκαιγαν. Σκάσε και προχώρα Μάνο! Έπρεπε να αποδείξω, ότι δεν «κάνω μόνο για το νυστέρι», όπως αναρωτήθηκε αστειευόμενος ένας φίλος που βοηθούσε στο μάζεμα. Μπάνιο, έλεγχος mail (για μην αποαστικοποιηθούμε πλήρως) και ύπνος!


Σήμερα Κυριακή πήγα ακόμα πιο οργανωμένος. Πήρα μαζί μου ενισχύσεις (thanks κολλητέ) και το ipod, το οποίο μου έδωσε και ρυθμό! Το συνεργείο ήταν πλέον 8μελές (αναλαμβάνουμε και γάμους). Την ενίσχυση την έβαλα στη θέση μου την περισσότερη ώρα και γω αλλαξοπόστησα συμβάλοντας στο τσουβάλιασμα των ελιών και τη μεταφορά των πανιών. Παιδί για όλες τις δουλειές δηλαδή. Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι επειδή το πόστο αυτό απαιτεί συνεχή κίνηση ήθελε και μια φόρμα ακριβώς στα μέτρα μου. Το χαμηλοκάβαλο λοιπόν look σε συνδυασμό με το ipod στα αυτιά με έκαναν να φαίνομαι σαν αμερικανάκι από το Μπρονξ που μαζεύει ελιές. Γιο μεν, δεν κολλάμε. Θα βγουν σήμερα όλα τα μουρέλα και θα είναι παρελθόν οι Ελιές 2009! Έλα, έλα μάζεψε τα μουρέλα!


16.00. Τελευταία ελιά. Σκηνές από τελετή λήξης του Παπαϊωάννου με μια δόση από τον «καιρό για τους αγρότες». Πυροτεχνήματα δεν είχαμε, αλλά όλοι τα βλέπαμε! Στο σήμα λήξης προσγειώθηκα στα πανιά και κοιτούσα τον ουρανό. Τέλος καλό, όλα καλά και λαδερά. Πάει και το φετινό. Του χρόνου πάλι (μπρρρρ!). Με συγχωρείτε τώρα, πάω να αρμέξω την αίγα.


*απομαζώξατε: εκ του απομαζεύω=μαζεύω όλη τη σοδειά, πχ ελιές. Παρόμοια λογική με αποτελειώνω, αποκαμώνω.

**λιόφυτο=ελαιόφυτο, χωράφι με ελιές

***κρασόμερα ή κρασομέρα=βροχερή μέρα που «αναγκάζει» τους αγρότες να μείνουν στο σπίτι πίνοντας και τρώγοντας. Μια είναι πολύ καλή, δυο είναι καλές. Παραπάνω αναβολές όμως προκαλούν εκνευρισμό και άγχος...

****βεντέμα=συγκομιδή στα ενετικά. Χρησιμοποιείται για να περιγράψει πολύ καλή σοδειά.

*****μουρέλο=ελαιόδεντρο (συνήθως μικρό)

Πέμπτη, Δεκέμβριος 17, 2009

Σφήνα νότα Νο2

Κάτι μας έφερε κοντά πάνω που τέλειωνε η βραδιά, πάνω που έλεγα να φύγω το βλέμμα σου με κράτησε ξανά. Από τότε σ’ακολουθώ, στην τσέπη σου γλιστράω, σα διφραγκάκι τόσο δα μικρό. Σ’ακολουθώ και ξέρω πως χωράω μεσ’το λακκάκι που’χεις στο λαιμό. Η απουσία σου μ'εξουθενώνει και δεν μπορώ να συνηθίσω. Νιώθω να προχωράω μπροστά μα πάντα φτάνω πίσω κι αυτή η αλήθεια με σκοτώνει. Το ξέρω όμως πως υπάρχεις και γι’αυτό ψάχνω να σε βρω, μα η ζωή που ζούμε είναι μικρή, θαρρώ.


Μα εσύ τώρα πνίγεις της χαράς το δάκρυ, δε βρίσκω άκρη, δε βρίσκω γιατρειά. Και να, ξέρεις, δεν μπορώ, ο χειμώνας με πληγώνει, άλλο πια δεν μπορώ. Δεν μπορώ, την αυλή μου καίει το χιόνι, άλλο πια δεν μπορώ. Ένα σου ζητώ μόνο, να με προσέχεις γιατί έχω πέσει χαμηλά, έχω πέσει χαμηλά μάτια μου γλυκά, να με αντέχεις, να με προσέχεις μέχρι να σηκωθώ ξανά, λίγο ακόμα μοναχά. Γι’αυτό πρόβαλε φέξη τ' ουρανού και στέρηση του κόσμου, το νου μου και το λογισμό, όπου μου πήρες, δώσ' μου. Και γω για σένα, σύννεφα του γυαλού θε ν'αρματώσω, θα'μαι στο πλάι σου και ας ματώσω. Την πιο βαθιά ανάσα μου να νιώσεις σαν άρωμα φερμένο απ'τη βροχή κι αν γίνει τ΄όνειρο ταξίδι και ευχή που αγάπησες πολύ, μη μετανιώσεις. Τώρα λοιπόν που γρήγορα βραδιάζει, σαν τραγουδάκι θα στο πω: ό,τι θυμάσαι, δεν βουλιάζει, μη με ξεχνάς που σ'αγαπώ.

Κυριακή, Δεκέμβριος 13, 2009

Σινενύχτες


Είχα καιρό να κάτσω στο σπίτι και να δω ταινία. Λίγο το διάβασμα των τελευταίων ημερών, λίγο ο πυρετός του σ/κ (δύσκολο να’ταν νέα γρίπη), μ’έπεισαν να δω τρεις ταινίες σε τέσσερις μέρες. Το μενού είχε ως ορεκτικό την τελευταία ταινία του Αλμοδόβαρ, Los abrazos rotos. Δυνατοί διάλογοι, όπως άλλωστε σε κάθε ταινία του σκηνοθέτη, και μια σαγηνευτική Πενέλοπε Κρουζ, όπως άλλωστε σε κάθε ταινία του σκηνοθέτη, επίσης. Η ιστορία του τυφλού, επιτυχημένου συγγραφέα και της νεαρής ηθοποιού, παντρεμένης με πάμπλουτο επιχειρηματία, είχε κάποιες καλές στιγμές διήγησης, αλλά μέχρι εκεί. Ο Αλμοδόβαρ αναλώθηκε σε γνωστά κινηματογραφικά μοτίβα απελπισμένων ερώτων χωρίς να δίνει στο θεατή την επιπλέον αφορμή που θα μεταβάλλει το συναισθηματικό, συγκινησιακό ή πνευματικό του φορτίο. Τρέμε Γκολεμά.

Κυρίως πιάτο οι Inglourious Basterds του Ταραντίνο. Το χαρακτηριστικό στυλ του σκηνοθέτη, όπως και στην προηγούμενη ταινία, ήταν έκδηλο σε κάθε πλάνο και ήχο. Η ταινία δεν έκανε «κοιλιά» σε κανένα σημείο, δεδομένης μάλιστα και της χαμηλής μου ανοχής λόγω πυρετού. Ο Πιτ ήταν αδιάφορος, ίσως και υπερβολικός ερμηνευτικά, αλλά ο Βαλτς που υποδύθηκε το ναζί Συνταγματάρχη Χανς Λάντα ήταν εξαιρετικός. Υπήρξαν στιγμές που απλά... χάζεψα με τον άνθρωπο. Από τη σκηνή της ανάκρισης του Γάλλου κτηνοτρόφου μέχρι την ανάκριση του Πιτ ο Βαλτς ήταν μαγικός και επισκίαζε οποιαδήποτε άλλη παράλληλη ερμηνεία. Κατά τα άλλα, η ταινία μου άρεσε πολύ και δικαίωσε τη φήμη της.

Επιδόρπιο; Μα τι επιδόρπιο! Das weisse band, η λευκή κορδέλα του Μίκαελ Χάνεκε. Βρισκόμαστε σε ένα μικρό χωριό της Γερμανίας λίγο πριν την κήρυξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η πλειοψηφία του χωριού εργάζεται στα χωράφια του Βαρόνου. Το φεουδαρχικό σύστημα πλαισιώνουν ο πάστορας του χωριού, ο δάσκαλος και ο γιατρός. Τα παιδιά του πάστορα «στιγματίζονται» με μια λευκή κορδέλα που συμβολίζει την αγνότητα και την αθωότητα. Μια σειρά μυστηριωδών εγκλημάτων συμβαίνουν στο ήσυχο χωριό χωρίς να βρίσκονται οι ένοχοι. Delete. Στο σημείο αυτό είχα γράψει αρκετές σειρές κειμένου που σβήστηκαν. Αν σας τα πω όλα αυτά, θα με βρίσετε που σας τα είπα! Διότι ο ναζισμός για να εδραιωθεί χρειάζεται κάτι παραπάνω από τις πολιτικές κάποιων αρρώστων μυαλών. Πηγάζει στις παθητικές κοινωνίες και εκδηλώνεται φοβικά ανά περίσταση. Σας τη συνιστώ ανεπιφύλακτα, όπως είχα την τύχη να μου την προτείνει και μένα μια καλή φίλη. Η σκηνοθεσία είναι εξαιρετική, η αίσθηση ότι παρακολουθείς ταινία γυρισμένη το ’40-’50 και όχι το 2009 πρωτόγνωρη, οι ερμηνείες μία και μία, τα μηνύματα βαθιά. Διαμαντάκι η λευκή κορδέλα.

Τρίτη, Δεκέμβριος 08, 2009

Κάποτε μου'πες



Κάποτε μου’πες, ότι σε γοητεύει το λακκάκι στο λαιμό. Ότι σου αρέσει να το φιλάς, να ακουμπάς το αυτί σου πάνω του και να προσπαθείς να ακούσεις τους χτύπους της καρδιάς.

Όταν πρόσφατα συνάντησα ξανά το λακκάκι αυτό σε φύλλα ιατρικού βιβλίου, σε σκέφτηκα. Θυμήθηκα την απορία που είχες στα μάτια, όταν προσπαθούσες να βρεις την κατάλληλη λέξη μέχρι να καταλήξεις στο πλέον προφανές, στο λακκάκι. Μπορεί πλέον να γνωρίζω το δόκιμο όρο, αλλά να ξέρεις ότι το «δικό σου» λακκάκι συνεχίζει να μ’ακολουθεί.

Κάποτε μου’πες, ότι ενώ έχεις δίπλα σου τόσους αξιόλογους ανθρώπους που αγαπάς και σε νοιάζονται, υπάρχουν στιγμές που νιώθεις μόνη. Ότι σου’σκισε το σχοινί τις παλάμες φεύγοντας απ’τα χέρια και ότι πλέον βρίσκεσαι στον αέρα. Ότι αναρωτιέσαι, τί κάνεις εσύ εδώ. Ότι οι άλλοι σε ξέρουν περισσότερο απ’ό,τι εσύ εσένα. Ότι τρέχεις για λίγο, σταματάς και αρχίζεις να βαδίζεις με ανάποδο βηματισμό. Και μετά ξανατρέχεις για να φτάσεις στο ίδιο σημείο και να επαναλάβεις τα ίδια λάθη.

Όταν πρόσφατα συνειδητοποίησα ότι χύνω ιδρώτα στην ίδια ματωμένη διαδρομή, σε σκέφτηκα. Θυμήθηκα την απορία που είχα στα μάτια, όταν μου κρατούσες το χέρι ψάχνοντας για σχοινί. Μπορεί πλέον η ανασφάλεια του δικού μου γκρεμού να’σβησε το ερωτηματικό αυτό, αλλά να ξέρεις ότι το ίδιο σχοινί συνεχίζει να αιωρείται.

Παρασκευή, Δεκέμβριος 04, 2009

Πενία τέχνης κατεργάζονται


Πριν από μερικές βδομάδες ακούγοντας ραδιόφωνο διαπίστωσα πως σχεδόν τα μισά τραγούδια μέσα σε ένα δίωρο ήταν διασκευές παλιών ελληνικών τραγουδιών. Προβληματίστηκα ακόμα περισσότερο όταν κατάλαβα πως είχε περάσει αρκετός καιρός από την τελευταία φορά που ενθουσιάστηκα με ολόκληρο άλμπουμ Έλληνα καλλιτέχνη, συγκεκριμένα αυτού εδώ. Πόσο συχνά, θα μου πείτε, ακούς κάτι και σε ενθουσιάζει πολύ; Αν γινόταν πολύ συχνά, θα έχανε και το νόημα του. Φοβάμαι όμως πως δύσκολα πλέον βρίσκω έστω και μερικά κομμάτια, ούτε καν λόγος για άλμπουμ. Διαπιστώνετε κάτι αντίστοιχο ή έχω εγκαταλείψει για τα καλά την ελληνική μουσική σκηνή (κι αυτή εμένα);


Άκουσα μερικά κομμάτια από την καινούρια δουλειά της Αλεξίου. Καινούριο άλμπουμ δεν γνώριζα ότι έβγαλε, αλλά το κατάλαβα εύκολα από τα τηλεοπτικά αφιερώματα στο πρόσωπο της και τη συνέντευξη της που συνάντησα σε έντυπο μέσο (μαζί με το γιο της, παραγωγό της νέας της δουλειάς). O tempora o mores και το καταρρέον δισκογραφικό σύστημα επιβάλλει στους καλλιτέχνες την «κάθοδο» στην αγορά για την προβολή της δουλειάς και του ατόμου τους. Τί νόημα όμως έχει να ξετυλίγεις για ώρα ένα δώρο με διαδοχικά, υπέροχα, γυαλιστερά αμπαλάζ και να καταλήγεις σε ένα φτυμένο κουκούτσι; Και περί κουκουτσιού πρόκειται το δώρο, διότι η Αλεξίου ως απηυδισμένη ράπερ να προσπαθεί να ενστερνιστεί τις αγωνίες των εφήβων – βλ. Δεκέμβρης ’08 – δεν πείθει μηνυματικά και δυστυχώς ούτε καλλιτεχνικά. Όπως διάβασα στη συνέντευξη τους, σκοπός ήταν να εκμοντερνιστεί ο ήχος και ο λόγος της Αλεξίου. Ας κρατάμε όμως τα προσχήματα. Η καλλιτεχνική αποτυχία συμβαίνει, είναι ανθρώπινη και συγχωρείται, όταν πρόκειται μάλιστα για καλλιτέχνες που στο παρελθόν μας έχουν αγγίξει. Η απόπειρα όμως κοινωνικής εξόρμησης μέσα από την τέχνη αγγίζει ευαίσθητες χορδές και απαιτεί υψηλή ευστοχία. Τουλάχιστον άλλοι καλλιτέχνες δεν ακολούθησαν την ίδια οδό μάταιης προβολής, αν και το αποτέλεσμα της τελευταίας τους δισκογραφικής δουλειάς ήταν επίσης μέτριο, πχ. Ιωαννίδης.


Ηθικά, κοινωνικά και οικονομικά έχουμε χρεοκοπήσει σαν έθνος ακολουθώντας τις διεθνείς τάσεις. Πλέον και καλλιτεχνικά; Με τρομάζει πολύ περισσότερο η καλλιτεχνική από την οικονομική ανομβρία. Η πρώτη είναι χρόνια και βαλτώνει μια ήδη παρηκμασμένη κοινωνία για ακόμα περισσότερα χρόνια στο βούρκο της. Αφήνει κουσούρια που στιγματίζουν μια εποχή και τους ανθρώπους της. Η απουσία έμπνευσης δηλώνει μια κοινωνία δυστυχισμένη που βαριέται, αδυνατεί, φοβάται να εκφραστεί μέσα από στίχους και μουσικές· μια κοινωνία νέων που ασφυκτιούν και ασθμαίνουν. Πόσο φυσιολογικό είναι η εγχώρια καλλιτεχνική αριστεία των τελευταίων ετών να περιορίζεται σε μια, άντε δύο, Μόνικες και έναν, άντε δύο, Χαρούληδες; Έχουμε στερέψει από έμπνευση και ιδέες ή η οικονομική ένδεια περιορίζει τη δυνατότητα να ακουστούν τέτοια αστεράκια; Ή μήπως φτάσαμε σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής όπου αποχαιρετάμε ένα άπνοο πλέον καλλιτεχνικό ρεύμα στην «έντεχνη» σκηνή και αναμένουμε ένα άλλο, νέο;


Η αφορμή για τη σημερινή ανάρτηση δόθηκε από το βυτίο.

Τρίτη, Δεκέμβριος 01, 2009

Ιέ μου, ιέ μου - μέρος 7ο (και τελευταίο;)


Το μηχάνημα εντοπισμού του ιού Ηγέτης1Ντόρα1 καθόταν ήσυχο πίσω από μπαμπά και κόρη στο γραφείο του πρώτου στο Νεπάλ. Ύπουλα τα παιχνίδια της μοίρας και του χρόνου όμως· ταξιδεύοντας μπροστά στο χρόνο το μηχάνημα είδε τα μελλούμενα. Το σύστημα τηλεμεταφοράς ενεργοποιήθηκε από μόνο του και οι δύο δερμάτινες πολυθρόνες μαζί με την Ντόρα και τον Αέναο εξαφανίστηκαν από προσώπου γης.

- Μπαμπά μου, πού βρισκόμαστε; Τί έγινε;

- Το μηχάνημα, Ντοράκι. Μας ακτινοβόλησε από μόνο του! Μα πού είμαστε;!

- Σε κάποιο αρχαίο ελληνικό θέατρο. Κοίτα γύρω σου.

Το σαγηνευτικό θρόισμα των φύλλων των κωνοφόρων δέντρων που περικυκλώνουν ασφυκτικά το κοίλο του θεάτρου είναι ο μοναδικός ήχος που ακούγεται πέρα από τον αγχωμένο διάλογο των δύο. Οι δύο πολυθρόνες βρίσκονται στην ορχήστρα, σε απόσταση τουλάχιστον πέντε μέτρων κοιτάζοντας η μία την άλλη. Το σκούρο του δέρματος από λάμα που τις έντυνε έκανε έντονη αντίθεση με το λευκό των λείων μαρμάρων. Τα μάρμαρα στις θέσεις των θεατών είναι βρώμικα από σκουπίδια κάθε λογής, αλλά εντελώς άδεια. Ο αέρας φέρνει στα πόδια της Ντόρας ένα λερωμένο χαρτί που γράφει πάνω «Μοντεβιδέο». Έντρομη εκείνη το δείχνει στον Αέναο:

- Ααα! Μπαμπά, το τηλεγράφημα!

- Ηρέμησε, κόρη μου. Σύντομα θα είμαστε πίσω στο Νεπάλ.

Ο ίδιος άνεμος εγκαταλείπει την πολυθρόνα της Ντόρας και αφήνει ένα σημείωμα στη δεξιά παλάμη του Αέναου. Σοκαρισμένος αυτός διαβάζει δυνατά:

- 13 Απριλίου 1992 – σημεία 7. Αυτός! Αυτός πάλι! Ντοράκι μου, χάσαμε! Δεν εξηγείται αλλιώς! Αυτός είναι! Έχει πάρει τον έλεγχο της μηχανής!

Ένας δυνατός αέρας σηκώνει τα σκουπίδια από τις κερκίδες και τα διαζώματα σκορπώντας τα σε όλη την έκταση του θεάτρου. Το ανατριχιαστικό πλέον θρόισμα των φύλλων θυμίζει σπάσιμο οστών. Πατέρας και θυγατέρα προσπαθούν να προστατευτούν από τα αιωρούμενα αντικείμενα, όταν ένας αρχαίος αμφορέας πέφτει και σπάει σε δεκάδες κομμάτια μπροστά στον Αέναο. Η δεξιά πάροδος φωτίζεται και μια ψηλή αντρική φιγούρα κατευθύνεται προς το κέντρο της ορχήστρας. Την ίδια ώρα οι μεγάλες πατούσες της Ντόρας και του Αέναου είναι βουτηγμένες σε λίμνες αίματος. Η πολύ γνώριμη φιγούρα στέκεται μπροστά τους.

- Σφουγγάρι;! Χαχαχα!

Απόλυτη σιωπή από φύση και ανθρώπους.

- Όχι βέβαια, συνεχίζει η αντρική φιγούρα. Όχι για σας! Μη σας ξαναδώ μπροστά μου!

- Πήγαινε μας πίσω, του λέει με μίσος η Ντόρα.

- Για να με ξαναθάψετε για τόσα χρόνια; Πάνε αυτά, Μητσοτάκηδες. Κάνετε και’σεις, αλλά κάνω και γω τις υπόγειες συμφωνίες μου.

- Εσύ λοιπόν είσαι ο πραγματικός Υ-ιός, είπε ο Αέναος με ψυχραιμία που σχεδόν φόβισε τον Υ-ιό. Σε περίμενα αιώνες.

- Εγώ είμαι. Και για σας δεν έχει εμβόλιο.

Ο Υ-ιός εξαφανίζεται από μπροστά τους και το σκοτάδι ξαποσταίνει στο κοίλο του θεάτρου. Ο Αέναος και η Ντόρα πέφτουν πίσω στις πολυθρόνες τους και αδυνατούν μα αρθρώσουν λέξη ή κραυγή. Σαν ήρωες από αρχαία τραγωδία είδαν εκείνον που απέπεμψαν χρόνια πριν από το κόμμα, εκείνον που κατάφεραν να αποκλείσουν από τα πολιτικά δρώμενα της χώρας για πολλά χρόνια, να εμφανίζεται ξαφνικά και να τους νικά στο νήμα. Υπολόγισαν τα πάντα και έπεισαν το μηχανισμό του κόμματος να τους ακολουθεί σχεδόν τυφλά. Δε συνυπολόγισαν όμως δύο παράγοντες: τον Υ-ιό και τους πολλούς...

Ο Αέναος γυρνάει προς το μέρος της Ντόρας και κουνώντας τον ώμο του, λέει:

- Ντοράκι, έχω ένα σχέδιο.