Πριν από λίγες βδομάδες γκρίνιαζα για τα μουσικά δρώμενα στη χώρα. Πόσο με έχει απογοητεύσει η ελληνική μουσική σκηνή και οι εγχώριες δισκογραφικές, για να μην το περιορίσω στους καλλιτέχνες, καθώς σίγουρα υπάρχουν προσωπικότητες, φωνές και όργανα κάπου εκεί στα υπόγεια, στα ισόγεια, στους ορόφους. Εδώ και μερικές βδομάδες μπαινόβγαινα στο site του Guardian για να δω τα άλμπουμ που ψήφισαν οι κριτικοί της εφημερίδας ως τα καλύτερα της χρονιάς. Η αποκάλυψη των δίσκων έγινε με τη μέθοδο του στριπτίζ από το 10 ως το 1. Τραγούδια λοιπόν από τη δεκάδα των άλμπουμ έτυχε να ακούσω στο ραδιόφωνο ή αλλού, λίγα άλμπουμ ολόκληρα και κάποια από αυτά καθόλου.
Προφανώς το να μπω στη διαδικασία να συγκρίνω τη βρετανική σκηνή με την ελληνική είναι μάταιο, καθώς μιλάμε για άλλα μεγέθη, άλλα στυλ, άλλη μουσική, άλλο ακροατήριο. Θα σταθώ όμως σε ένα μόνο άλμπουμ. Στο Νο1 της λίστας του Guardian ήταν το «The xx» του πρωτοεμφανιζόμενου συγκροτήματος «xx». Οι xx μας έρχονται από το δυτικό Λονδίνο όπου σχηματίστηκαν το 2005. Το όνομα του γκρουπ δηλώνει τη μέση ηλικία των – τεσσάρων αρχικά, τριών πλέον – μελών του, μόλις 20 παρακαλώ. Γνωρίστηκαν στο κολέγιο και ηχογράφησαν το πρώτο τους άλμπουμ τον περασμένο Αύγουστο. Οι ηχογραφήσεις έγιναν συνήθως νυχτερινές ώρες σε ένα μικρό γκαράζ των στούντιο XL. Καμία απορία επομένως για τα σχεδόν ψιθυριστά κομμάτια του άλμπουμ.
Σύμφωνα με τον Guardian, οι αρχικές συζητήσεις για τις επιρροές των νεαρών Λονδρέζων σύντομα σταμάτησαν όταν έγινε κατανοητό, ότι οι xx έχουν ένα πολύ δικό τους υπόγειο ύφος διαχωρίζοντας το ομώνυμο άλμπουμ από τα υπόλοιπα του 2009. Ακούγοντας ο ίδιος το xx, συμφώνησα απόλυτα με τον αρθρογράφο: το xx μοιάζει να’χει γραφτεί τα βράδια στους δρόμους του πολύβοου Λονδίνου, με ήχους της πόλης να κατακλύζουν τα 11 τραγούδια ή ακόμα καλύτερα με ήχους που φαντάζεσαι ότι θα υπήρχαν εκεί που δεν υπάρχουν! Μεταξύ μας βέβαια, δεν έχω καταλήξει πόσο υγιές ή σώφρον είναι να εκστασιάζεται ένας ανθρώπινος νους με τους ήχους και τις εικόνες μιας αχανούς και συχνά απρόσωπης μεγαλούπολης, αν αναλογιστούμε πόσο ξένο είναι αυτό το περιβάλλον σε ένα ζώο που ξεκίνησε και ανήκει στη φύση· άλλη συζήτηση. «Αυτό που είναι ίσως το πιο εντυπωσιακό με αυτό το δίσκο είναι, ότι ένα γκρουπ τόσο νέο, που αφέθηκε ελεύθερο σε ένα στούντιο να ανακαλύψει τα μουσικά του όρια, έδειξε τέτοια εγκράτεια. Αντί να βομβαρδίσει τον ακροατή, το xx ήταν ένα ηχητικό πεδίο στο οποίο κάθε νότα είχε τη σημασία της, κάθε παύση σήμαινε κάτι και κάθε σχεδόν ψίθυρος είχε τέτοιο συναισθηματικό αντίκρυσμα ικανό να γκρεμίσει ουρανοξύστες», τονίζει ο Guardian και προσυπογράφω.
Τί άλλο να πω; Τα «αγγλάκια» βρήκαν στη γωνιά ενός μικρού γκαράζ ένα σκονισμένο πικ-απ και έριξαν μέσα ήχους από Portishead, Radiohead, Isaac και London tube (!) και έβγαλαν σαν κουνέλι από το καπέλο του μάγου το πλέον ταξιδιάρικο και ατμοσφαιρικό άλμπουμ που έχω ακούσει τα τελευταία χρόνια. Ένα άλμπουμ που χρειάστηκε μόλις μια φορά ν’ακούσω για να με πείσει, κάτι πολύ σπάνιο. Όταν άλλοι ψάχνουν να βρουν το ένα και μοναδικό x factor σε πλαστικοποιημένες ρέπλικες «επιτυχημένων» τραγουδιστών, κάποιοι 20χρονοι το έχουν εις διπλούν – λέγε με xx.
Wish the best for you
Wish the best for me
Wished for infinity
If that ain't me
Give it up
I can't give it up
I can't give it up
To someone elses touch
Because I care too much
Give it up
I can't give it up




