[εικόνα]
Πρώτο λυκειακό έτος. Με τη συμμαθήτρια μου από το τελευταίο θρανίο αρχίζουμε να ανταλλάσουμε μικρά χαρτάκια. Το περιεχόμενο τους ποικίλλει: αστεία στιχάκια, σκέψεις της στιγμής, βλακείες τη ώρας, ερωτικές ανησυχίες, σχέδια για βόλτα μετά το σχολείο. Η σχέση έδεσε, τα χαρτάκια σταμάτησαν και αντικαταστάθηκαν από ένα τετράδιο.
- Θα μου γράψεις σήμερα;
- Ναι ρε, εννοείται!
Εναλλάξ γράφαμε οτιδήποτε μας απασχολούσε σε αυτό το τετράδιο. Τα μηνύματα σε μορφή τίτλων που πήγαιναν από θρανίο σε θρανίο μετατράπηκαν σε μακρές εκθέσεις ιδεών. Κάποιες φορές ο ένας περίμενε την απάντηση του άλλου σε κάποιο ερώτημα που του υπέβαλε γραπτώς. Κάποιες άλλες οι σειρές του τετραδίου περιείχαν απλώς σκέψεις που έπρεπε να βγουν προς τα έξω, δίχως να περιμένουν κάποια απάντηση, κάποιο σχόλιο. Έγραφε ο ένας, διάβαζε ο άλλος και κάποια στιγμή το τετράδιο θα επέστρεφε πιο γεμάτο, με την επόμενη «ανάρτηση». Φλέγον θέμα τότε η «καψούρα» μου με την κοινή μας φίλη. «Γιατί μου το είπε αυτό; Χθες βράδυ περπατήσαμε μαζί στο λιμάνι. Τί εννοούσε άραγε; Και τη γύρισα σπίτι μετά». Τα θυμάστε τα λυκειακά...
Χθες το βράδυ μου ήρθε ένα μήνυμα από άγνωστο νούμερο. «Επειδή μετακομίζω, βρήκα τα ημερολόγια μας στο πατάρι. Σ’ευχαριστώ πολύ για όσα περάσαμε μαζί την καθοριστική εκείνη περίοδο. Ελπίζω να’σαι καλά!». Στη λέξη ημερολόγια ήξερα ήδη... Χαθήκαμε. Έχω να τη δω χρόνια, αλλά είμαι σίγουρος πως όποτε συναντηθούμε, η οικειότητα και η ζεστασιά μεταξύ μας θα είναι ακριβώς ίδιες. Η τελευταία εικόνα που έχω από τη χαμογελαστή και ευσυγκίνητή μου φίλη άλλαξε πλέον. Τώρα τη φαντάζομαι να φυσάει τη σκόνη από τα ημερολόγια μας και να βουρκώνει... Εγώ σ’ευχαριστώ ρε χαμογελαστή φάτσα, να’σαι πάντα καλά.







